ἐπίμειξις Save ἐπίμειξις, mixing LSJ Middle Liddell ἐπίμειξις, εως, ἡ, = foreg., Thgn. 297, Babr. 12.23: pl., Chor. in Rev.Phil. 1.73. (ἐπιμιξ- codd.) ἐπίμειξις, εως = ἐπιμειξία, Theogn., Babr.