ἐπιμελέομαι
ἐπιμελέομαι, ἐπιμέλομαι/ἐπιμελέομαι, take care of, have charge of (+ gen.)
- take care of, have charge or management of, rare in Poets, as E. Ph. 556, freq. in Prose: c. gen. objecti, Hdt. 1.98, 5.29, Ar. V. 154, Pl. 1117, Th. 3.25, Isoc. 4.38, Pl. R. 331d, etc.; περί τινος X. An. 5.7.10; [ὑπὲρ] τῆς στρατηγίας Id. Cyr. 1.6.12; περί τινα Pl. Mx. 248e: later, c. dat., παιδίῳ POxy. 744.6 (i B.C.), cf. PTeb. 58.62 (ii B.C.): c. acc. et inf., take care that . ., Th. 6.54: c. gen. et inf., X. Oec. 20.9:folld. by ὅπως with ind. fut. or subj. aor., Foed. ap. Th. 4.118, X. Mem. 2.10.2, etc.: with opt. after an aor., Id. HG 6.5.37; by ὅπως c. inf., Id. Cyr. 4.2.37 (s.v.l.); by ὡς with opt. (after past tenses), Id. An. 1.1.5, etc.; also ἐ. τινὸς ὅπως ἔσται Pl. Euthphr. 2d; by ἵνα c. subj., Inscr.Prien. 44.35 (ii B.C.): with neut. Adj. in acc., take care with respect to a thing, Th. 6.41: c. acc. et dat., τὰ ἄλλα τοῖς πολεμάρχοις X. HG 5.4.4, cf. IG 2(2).233.20 (in E. Ph. 556 the acc. belongs to ἔχοντες): c. acc. cogn., ἐ. πᾶσαν ἐπιμέλειαν Pl. Prt. 325c, cf. IG 2(2).1261.5: abs., give heed, attend, Hdt. 2.2.
- 2 of public commissions, have charge of, be inspector or curator of, τῶν μοριῶν ἐλαῶν Lys. 7.29; τῶν δεκαδέων X. Cyr. 8.1.14; δρόμου Id. An. 4.8.25; ὁδῶν (of the Roman cura viarum) CIG 4011 (Ancyra): c. acc. cogn., Pl. Lg. 812e:—in Att. Inscrr., ἐπιμεληθῆναι (inf. = imper.) is usual of a definite commission, ποιήσεως IG 2(2).555, etc. (so -ηθέντων ib. 12.70); ἐπιμελεῖσθαι, of matters requiring permanent attention, ib. 12.56, etc.
- 3 to be engaged in, cultivate any pursuit, art, etc., δυοῖν τέχναιν D. 27.31; τῆς ἀρετῆς X. Cyr. 7.5.71, cf. Mem. 4.5.10.
Sorge tragen, besorgen, verwalten ; οὔτοι τὰ χρήματʼ ἴδια κέκτηνται βροτοί, τὰ τῶν θεῶν δʼ ἔχοντες ἐπιμελούμεθα Eur. Phoen. 556 ; gew. τινός, für Einen, für Etwas, Ar. Plut. 1117 ; τῶν ἄλλων ἐπιμελησόμενος Thuc. 3.25 ; τῆς ψυχῆς οὐκ ἐπιμελεῖ οὐδὲ φροντίζεις Plat. Apol. 29e ; Folgde überall. Auch ταῦτα μὲν οὕτω περὶ τῆς μουσικῆς ἐπιμελείσθω, Legg. VII.812e. wie τῶν περὶ γάμους γυναικῶν ἐπιμελουμένων ibd. XI.932b ; περί τινος, Xen. Mem. 5.7.10 ; Ggstz ἀμελεῖν, 3.12.5 ; ὑπέρ τινος, Cyr. 1.6.13 ; – πᾶσαν ἐπιμέλειαν Plat. Prot. 325c. – Mit folgdm ὅπως, τῶν νέων ἐπιμεληθῆναι ὅπως ἔσονται ὅτι ἄριστοι Euthyphr. 2d ; τῶν βαρβάρων ἐπεμελεῖτο ὡς πολεμεῖν ἱκανοὶ εἴησαν Xen. An. 1.1.5, wie τούτων ἐπεμελήθη ὡς τύχοιεν πάντων, er sorgte dafür, daß sie Alles erhielten, Cyr. 7.2.16 ; περί τινος, ὅπως, Hipp. 4.3 ; mit folgdm acc. c. inf., Oec. 11.17 ; – c. accus. in der Bdtg herbeischaffen, gewähren, Thuc. 6.41 ; Xen. Mem. 2.9.4 ; ὁ Φυλλίδας τὰ ἄλλα πάντα ἐπεμελεῖτο τοῖς πολεμάρχοις Hell. 5.4.4. – Bes. auch einer Sache vorstehen, ein Amt verwalten, Aufseher sein, τῶν δημοσίων Her. 5.29 ; προεστάναι τῆς πόλεως καὶ ἐπιμελεῖσθαι Plat. Gorg. 520a ; καὶ ἄρχειν Rep. I.353d ; διακοσμῶν πάντα καὶ ἐπιμελούμενος Phaedr. 246e ; δρόμου τε ἐπιμεληθῆναι καὶ τοῦ ἀγῶνος προστατῆσαι Xen. An. 4.8.25, öfter ; bes. vom Areopag, Böckh Inscr. 1 p. 114 ; vgl. Andoc. 1.84 ; – sich einer Sache befleißigen, sie üben, ἀρετῆς, ἐπιστημῶν, Plat. u. Xen. – Nach den Atticisten ist ἐπιμέλομαι im praes. u. impf. die eigtl. att. Form, die sich aber seltener als die andere findet, wie Her. 1.98, u. gew. bei ihm ; Thuc. 6.54 ; Plat. Gorg. 516b ; Xen. Cyr. 8.8.8. Die Hes. schwanken in vielen Stellen.
Strong 1959
to take care of: c. gen., Lk 10:34, 35, I Ti 3:5.†
- Ito take care of, have charge of, have the management of a thing, c. gen., Hdt., Attic; περί τινος, ὑπέρ τινος Xen.:—c. acc. et inf. to take care that . ., Thuc., etc.; so, ἐπ. ὅπως Plat.:—absol. to give heed, attend, Hdt.
- IIin public offices, to be curator of, Xen., Plat.
-
…, ἅπερ ἂν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ ἀνδρεῖος ἕλοιτο, ταῦτα αἱρεῖσθαι, φάσκοντά γε δὴ ἀρετῆς διὰ παντὸς τοῦ βίου ἐπιμελεῖσθαι · ὡς ἔγωγε καὶ ὑπὲρ σοῦ καὶ ὑπὲρ ἡμῶν τῶν σῶν ἐπιτηδείων αἰσχύνομαι μὴ δόξῃ ἅπαν τὸ πρᾶγμα τὸ περὶ…
Plato, Crito
-
…τὴν πατρίδα καθʼ ὅσον δύνασαι ἐπιχειρήσεις ἀνταπολλύναι, καὶ φήσεις ταῦτα ποιῶν δίκαια πράττειν, ὁ τῇ ἀληθείᾳ τῆς ἀρετῆς ἐπιμελόμενος ; ἢ οὕτως εἶ σοφὸς ὥστε λέληθέν σε ὅτι μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν…
Plato, Crito
-
…ἵνα ὁ παῖς ζηλῶν μιμῆται καὶ ὀρέγηται τοιοῦτος γενέσθαι. οἵ τʼ αὖ κιθαρισταί, ἕτερα τοιαῦτα, σωφροσύνης τε ἐπιμελοῦνται καὶ ὅπως ἂν οἱ νέοι μηδὲν κακουργῶσιν · πρὸς δὲ τούτοις, ἐπειδὰν κιθαρίζειν μάθωσιν, ἄλλων αὖ ποιητῶν ἀγαθῶν…
Plato, Protagoras
-
…ὀρθῶς γάρ ἐστι τῶν νέων πρῶτον ἐπιμεληθῆναι ὅπως ἔσονται ὅτι ἄριστοι, ὥσπερ γεωργὸν ἀγαθὸν τῶν νέων φυτῶν εἰκὸς πρῶτον ἐπιμεληθῆναι, μετὰ δὲ τοῦτο καὶ τῶν ἄλλων. καὶ δὴ καὶ Μέλητος ἴσως πρῶτον μὲν ἡμᾶς ἐκκαθαίρει τοὺς τῶν νέων…
Plato, Euthyphro
-
…ὡς ἐγώ φημι, ἐνταῦθα ᾖα, ἐπιχειρῶν ἕκαστον ὑμῶν πείθειν μὴ πρότερον μήτε τῶν ἑαυτοῦ μηδενὸς ἐπιμελεῖσθαι πρὶν ἑαυτοῦ ἐπιμεληθείη ὅπως ὡς βέλτιστος καὶ φρονιμώτατος ἔσοιτο, μήτε τῶν τῆς πόλεως, πρὶν αὐτῆς τῆς πόλεως, τῶν τε ἄλλων…
Plato, Apology
-
…μεγίστην εὐεργεσίαν, ὡς ἐγώ φημι, ἐνταῦθα ᾖα, ἐπιχειρῶν ἕκαστον ὑμῶν πείθειν μὴ πρότερον μήτε τῶν ἑαυτοῦ μηδενὸς ἐπιμελεῖσθαι πρὶν ἑαυτοῦ ἐπιμεληθείη ὅπως ὡς βέλτιστος καὶ φρονιμώτατος ἔσοιτο, μήτε τῶν τῆς πόλεως, πρὶν αὐτῆς τῆς πόλεως ,…
Plato, Apology
-
…σοὶ ἐπιμελήσονται αὐτῶν. πότερον ἐὰν μὲν εἰς Θετταλίαν ἀποδημήσῃς, ἐπιμελήσονται, ἐὰν δὲ εἰς Ἅιδου ἀποδημήσῃς, οὐχὶ ἐπιμελήσονται ; εἴπερ γέ τι ὄφελος αὐτῶν ἐστιν τῶν σοι φασκόντων ἐπιτηδείων εἶναι, οἴεσθαί γε χρή. ἀλλʼ, ὦ…
Plato, Crito
-
…, αὐτοῦ δὲ τρεφόμενοι σοῦ ζῶντος βέλτιον θρέψονται καὶ παιδεύσονται μὴ συνόντος σοῦ αὐτοῖς ; οἱ γὰρ ἐπιτήδειοι οἱ σοὶ ἐπιμελήσονται αὐτῶν. πότερον ἐὰν μὲν εἰς Θετταλίαν ἀποδημήσῃς, ἐπιμελήσονται, ἐὰν δὲ εἰς Ἅιδου ἀποδημήσῃς, οὐχὶ ἐπιμελήσονται ;…
Plato, Crito
-
…ἔσοιτο, μήτε τῶν τῆς πόλεως, πρὶν αὐτῆς τῆς πόλεως, τῶν τε ἄλλων οὕτω κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπιμελεῖσθαι τί οὖν εἰμι ἄξιος παθεῖν τοιοῦτος ὤν ; ἀγαθόν τι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ δεῖ γε κατὰ τὴν…
Plato, Apology
-
…ἀμελουμένων τοσαῦτα ἤδη ἔτη, τὸ δὲ ὑμέτερον πράττειν ἀεί, ἰδίᾳ ἑκάστῳ προσιόντα ὥσπερ πατέρα ἢ ἀδελφὸν πρεσβύτερον πείθοντα ἐπιμελεῖσθαι ἀρετῆς. καὶ εἰ μέν τι ἀπὸ τούτων ἀπέλαυον καὶ μισθὸν λαμβάνων ταῦτα παρεκελευόμην, εἶχον ἄν τινα λόγον ·…
Plato, Apology