ἐπιμελεδαίνω
ἐπιμελεδαίνω, attend to
ἐπιμελεδαίνω,
- attend to, -ομένη δὲ ὑγιαίνει Hp. Mul. 1.9 (vv.ll. -μελαινομένη, -μελομένη).
ἐπιμελεδαίνω, attend to