About Report a problem

Menu

ἐπιστατήρ

ἐπιστᾰτ-ήρ, ῆρος, ὁ,
  • = τὸ στόμα τῆς νεώς, Hsch.: and in pl., = οἱ τῶν πλοίων νομεῖς, Id.
    • II pl., = ἀγορανόμοι, Id.

Saved

Recent