ἐπιστατέον
ἐπιστατέον, one must consider
ἐπιστᾰτ-έον,
- one must consider, τί . . A.D. Synt. 18.22; τῷ ἐρίπω ῥήματι, εἰ . . ib. 280.16; πρὸς ἕκαστον τῶν λεχθέντων Plot. 6.6.12.
ἐπιστατέον [ᾰ] vb. d’ἐφίστημι, Dysc.