Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἰδιοπαθῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἰδιογονία
ἰδιογραφία
ἰδιόγραφος
ἰδιοθανατέω
ἰδιοθάνατος
ἰδιοθανέω
ἰδιοθηρευτικός
ἰδιοθηρία
ἰδιοθρονέω
ἰδιόκοτος
ἰδιοκρασία
ἰδιόκριτος
ἰδιοκτήμων
ἰδιόκτητος
ἰδιολογέομαι
ἰδιολογέω
ἰδιολογία
ἰδιολόγος
ἰδιόλογος
ἰδιομήκης
ἰδιόμορφος
ἴδιον
ἰδιονομία
ἰδιοξενία
ἰδιοξενοδόκος
ἰδιόξενος
ἰδιόομαι
ἰδιοπάθεια
ἰδιοπαθέω
ἰδιοπαθής
ἰδιοπαθῶς
ἰδιοπεριγνώριμος
ἰδιοπεριόριστος
ἰδιόπλαστος
ἰδιοποιέομαι
ἰδιοποιέω
ἰδιοποίημα
ἰδιοποίησις
ἰδιοποιός
ἰδιοπραγέω
ἰδιοπραγία
ἰδιοπραγμονέω
ἰδιοπραγμοσύνη
ἰδιοπράγμων
ἰδιοπροσωπέω
ἰδιοπροσωπία
ἰδιοπρόσωπος
ἰδιορρυθμία
ἰδιόρρυθμος
ἴδιος
ἰδιόσημος
ἰδιοσπορέομαι
ἰδιοσπορία
ἰδιόσπορος
ἰδιόστολος
ἰδιοσυγκρασία
ἰδιοσύγκρασις
ἰδιοσυγκρισία
ἰδιοσύγκρισις
ἰδιοσύγκριτος
ἰδιοσυστασία
…
ἰδιοπαθῶς
Save
Bailly 2024
ἰδιοπαθῶς
[
ῐδᾰ
]
adv.
pour des motifs personnels,
Bas.
4, 453 Migne
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}