ἰδιοπραγμονέω Save LSJ Pape ἰδῐο-πραγμονέω, = ἰδιοπραγέω, Sch. Th. 1.32, Sch. E. Med. 217. ἰδιοπραγμονέω, [ᾱ], = ἰδιοπραγέω ; καὶ ἡσυχάζω Schol. Thuc. 1.32 ; Schol. Eur. Med. 217.