ἰδιόπλαστος
ἰδιόπλαστος, self-formed
ἰδῐό-πλαστος, ον,
- self-formed, ἀγαθόν Secund. Sent. 3, 14.
ἰδιό·πλαστος, ος, ον, formé par soi-même, Secund. Sent. 14.
Étym. ἴδ. πλάσσω.
ἰδιόπλαστος, self-formed