ἰδιοσύγκρισις Save LSJ Bailly 2024 ἰδῐο-σύγκρῐσις, εως, ἡ, Dsc. Alex.Praef. (pl.). ἰδιο·σύγκρισις, εως (ἡ) [ῐδῐσ] c. le préc. Diosc. Pharm. præf. Étym. ἴδ. σύγκρισις.