ὑψίγονος
ὑψίγονος, produced on high
ὑψῐ-γονος, ον,
- produced on high, Nonn. D. 27.98.
ὑψί·γονος, ος, ον [ῐ] qui naît dans les régions élevées, Nonn. D. 27, 98 ; Naz.
Étym. ὕ. γίγνομαι.
ὑψίγονος, = ὑψιγέννητος, Nonn.