ὑψικόμπως Save Bailly 2024 Pape ὑψι·κόμπως [ῐ] adv. avec un excès d’orgueil, Soph. Aj. 766. Étym. ὕ. κόμπος. ὑψικόμπως, adv., hochprahlerisch, ὑψ. κἀφρόνως ἠμείψατο Soph. Aj. 753.