ὑψικόλωνος
ὑψικόλωνος, high
ὑψῐ-κόλωνος, ον,
- high, κίων Opp. C. 4.87.
ὑψι·κόλωνος, ος, ον [ῐ] placé sur une haute colline, Opp. C. 4, 87.
Étym. ὕ. κολώνη.
ὑψικόλωνος, mit hohem Hügel, auf hohem Hügel gelegen, κίων Opp. Cyn. 4.87.