ὑψίδομος
ὑψίδομος, high-built
ὑψῐ-δομος, ον,
- high-built, πύλαι Coluth. 391.
ὑψί·δομος, ος, ον [ῐ] c. le préc. Col. 391.
ὑψίδομος, hoch gebaut, Coluth. 384.
ὑψίδομος, high-built