ὑψίκερας
ὑψίκερας, high peaked
*ὑψί·κερας, seul. au pl. n. ὑψικέρατα [ῐ] aux arêtes (litt. aux cornes) élevées, Pd. fr. 285.
Étym. ὕ. κέρας ; cf. ὑψίκερως.
ὑψίκερας, ᾱτος, ὁ, ἡ, od. ὑψικέρᾱτος, = ὑψίκερως ; ὑψικέρατα πέτραν, Pind. frg. 285, bei Ar. Nub. 591.
ὑψίκερας
- 1high peaked test., Et. Mag., 504. 3, κέρατα καλοῦσι πάντα τὰ ἄκρα, ὥς φησι Πίνδαρος· ὑψικέρατα πέτραν fr. 325.