About Report a problem

Menu

διακτυπέω

διακτυπέω

golpear, hacer ruido (μῦς) καταδύεται δὲ τοὺς ἐν γῇ μυχούς, εἰ διακτυπήσειέ τις Cyr.Al.M.68.936A.

Saved

Recent