διαποστέλλω
διαποστέλλω, to send off in different directions, dispatch
Could not find διαπεσταλκώς in Logeion dictionaries.
διαπεσταλκώς perfect active participle masculine nominative singular, perfect active participle masculine vocative singular of διαποστέλλω
- dispatch, χρήματα εἰς Χίον D. 35.54, cf. Plb. 5.17.9, D.S. 19.30; κήρυκας Supp.Epigr. 2.261.6 (Delph., iii B. C.):—Pass., τοῦ παρʼ ἡμῶν -ομένου παιδαρίου UPZ 39.18 (ii B. C.); of a letter, Plb. 5.42.7; of scouts, Id. 18.22.2:—Med. in act. sense, IG 12(7).32.15 (Amorgos), SIG 692.56 (Delph., ii B.C.); send as a representative, POxy. 286.26 (i A. D.), etc.
1 c. ac. de cosa enviar, mandar
τὰ χρήματα τὰ παρ' ἡμῶν εἰς Χίον
τοῦ δό[γμ]ατος τὸ ἀντίγραφον πρὸς τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναί[ω]ν
ἐπιστολὴ διαπεσταλμένη
2 c. ac. de pers. enviar, despachar esp. como mensajero
πρὸς τοὺς ἄλλο[υς] Ἕλληνας διεπρέσβευσαν καὶ κήρυκας διαποστείλ[αν]τες ...
τοὺς γραμματοφόρους πρὸς τὰς ἐν Πελοποννήσῳ ... πόλεις
(τοὺς αὐτομολήσαντας) ἐπὶ τὰς πόλεις
οἱ διαποστελλόμενοι
ὁ διαποσταλησόμενος πρὸς αὐτόν
τὸ παρ' ἡμῶν διαποστελλόμενον παιδάριον
• tb. como representante o apoderado, en v. pas.
διαπέσταλμαι πρὸς τὴν τοῦ χρηματισμοῦ [τελείωσι]ν
ὁ διαπεσταλμένος ὑπ' ἐμοῦ Αὐρήλιος Ἀπολλώνιος
• raro en v. med.
πρὸς τὴν τοῦ χρηματισμοῦ τελείωσιν διαπέσταλμαι Ἡρακλείδην
- to send off in different directions, dispatch, Dem.