διαπορθέω
διαπορθέω, to be utterly ruined
- = διαπέρθω, Il. 2.691, Th. 6.102, D.H. 8.50, etc.:—Pass., to be utterly ruined, A. Pers. 714, S. Aj. 896 (lyr.), E. Hel. 111, Paus. 7.17.1, D.C. 47.45.
destruir, saquear
Λυρνησσόν
προτείχισμα
τὴν χώραν
τὴν πόλιν
τὴν κώμην
τὴν Ῥώμην
τὸ στρατόπεδον
τὰ ἀλλήλων
ref. a tierrasπρὶν τὰ ταφρεύματα διαπορθηθῆναι
Ἑλλὰς ... διαπορθηθεῖσα ... ὑπὸ τοῦ δαίμονος
• en perf. estar destruido, arruinado
διαπεπόρθηται τὰ Περσῶν πράγμαθ'
διαπεπόρθημαι, φίλοι
διαπεπόρθηται πόλις
[δια- 10.]
= διαπέρθω Il. 2.691.
- Il., Thuc.:—Pass. to be utterly ruined, Trag.