διαπόμπησις
διαπόμπ-ησις, εως, ἡ,
- = ἀποδιοπόμπησις, Sch. Ar. Pl. 651.
acción de enviar o lanzar Sch.Ar.Pl.651D.
διαπόμπησις, εως (ἡ) action de congédier, Clém. 2, 448a Migne.
Étym. *διαπομπέω, de διαπομπή.
διαπόμπησις, ἡ, = διαπομπή, Clem.Al.