διασκέπτομαι
διασκέπτομαι, examine
Could not find διεσκέπτετο in Logeion dictionaries.
διεσκέπτετο Verb: imperfect middle indicative 3rd singular of διασκέπτομαι
- = διασκοπέω, Luc. Vit.Auct. 27, VH 2.18.
1 mirar detenidamente, inspeccionar, examinar atentamente
(οἶνον)
ἅπαντα ... καλῶς
τὰς ἐπιστολάς
αὐτῶν μίαν (νῆσον)
• vigilar c. or. complet.
διασκεψάμεναι μὴ ὁρῶνται ὑπό τινος
2 considerar con cuidado, estimar, indagar
νόμους
πάντα
τὸν λόγον
τὰ δίκαια
θάτερον μέρος
τὰ μέρη
τά τ' ἄλλα περὶ ἐχθρῶν
περὶ ἧς εἰ φαύλως ἢ μὴ φαύλως
πῶς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς τυγχάνουσιν ἔχοντες
πρὸς ἐμαυτὸν ... πῶς ἄν ...
• abs. recapacitar, reflexionar
πρὸς ἑαυτόν
(αὐτὰ) περὶ ὧν διεσκέπτετο μὴ παραλιπεῖν
ἐπέχειν δὲ ἔτι καὶ διασκέπτεσθαι
1. goed bekijken;
2. meestal overdr. grondig beschouwen
1) genau betrachten, erwägen ; Eur. Cycl. 554 ; λόγον Plat. Theaet. 168e, u. öfter ; πρὸς ἑαυτόν, bei sich, Charmid. 160e ; πάντα διεσκέφθαι, pass., Ar. Th. 687.
2) sich rings umsehen, Xen. Cyn. 9.3. – S. διασκοπέω.