δικαιότης
δικαιότης, justice, righteousness (= δικαιοσύνη)
Could not find δικαιότητα in Logeion dictionaries.
δικαιότητα Noun: feminine accusative singular of δικαιότης
- = δικαιοσύνη, X. An. 2.6.26, Pl. Prt. 331b, Ph. 2.641, Plot. 4.7.8.
1 justicia como virtud,
junto a ὁσιότης
σωφροσύνη καὶ δ.
θεοσέβεια ... καὶ δ.
μετὰ πάσας δικαιότατος καὶ φιλίας
δ. δὲ καὶ ἀλήθεια
ἐπὶ δικαιότητι καὶ ἐπ' ἀνδρείᾳ
σεμνότης ... καὶ δ.
παῖδες ... ἐδόκουν μανθάνειν δικαιότητα
τοῦ βασιλέως
τῶν θεῶν
τοῦ ἡγεμόνος
2 personif. Justicia, Cercidea 32.