καταδεσμέω Save LSJ Bailly 2024 Pape καταδεσμ-έω, = foreg., Gloss. καταδεσμέω-ῶ, c. le préc. Bas. 6, 681 Migne. Étym. κατάδεσμος. καταδεσμέω, an-, festbinden, Sp.