καταδαπανητικός
καταδαπανητικός, tending to consume
καταδᾰπᾰν-ητικός, ή, όν,
- tending to consume, EM 110.2.
καταδαπανητικός, ή, όν, verwendend, EM.
καταδαπανητικός, tending to consume