Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Στόλων
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στολαγωγέω
στολαγωγός
στολάζομαι
στολάρχης
στολαρχία
στόλαρχος
στολάς
στολή
στολίδιον
στολιδόομαι
στολιδόω
στολιδώδης
στολίδωμα
στολιδωτός
στολίζω
στόλιον
στολίον
στολίς
στόλισις
στόλισμα
στολισμός
στολιστεία
στολιστήριον
στολιστής
στολμός
στολοδρομέω
στολοκρατές
στόλοκρος
στόλος
στολυξώδης
Στόλων
στόμα
στομαδιαστολεύς
στομακάκη
στομαλγέω
στομαλγής
στομαλγία
στόμαλγος
στομαλίζομαι
στομαλίμνη
στομάλιμνον
στομαργέω
στομαργία
στόμαργος
στοματεύω
στοματικός
στομάτιον
στοματοδιαστολεύς
στοματουργός
στομαυλέω
στομαχέω
στομαχικεύομαι
στομαχικός
στομαχικῶς
στομάχιον
στόμαχος
στομβάζω
στόμβος
στομήρης
στομίας
στομίζομαι
…
Στόλων
Save
Bailly 2024
Στόλων,
ωνος
(
ὁ
) =
lat.
Stŏlō
, Stolon,
n. d’h. rom.
Plut.
Cam.
39,
etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}