About Report a problem

Menu

αἰτητικός

αἰτητικός, fond of asking

αἰτ-ητικός, ή, όν,
  • fond of asking, τινός Arist. EN 1120a33. Adv. αἰτητικῶς, ἔχειν πρός τινα D.L. 6.31.

Saved

Recent