αἰτητέον
αἰτητέον, one must ask
αἰτ-ητέον, verb. Adj.
- one must ask, X. Eq.Mag. 5.11.
hay que pedir
τοῦτο ... παρὰ θεῶν αἰ. δύνασθαι ποιεῖν
οἵ ἴσασι ... τίνα (ἀγαθά) αἰ.
• hay que demandar o preguntar
εἰ σημαίνουσι δι' ὧν λέγουσιν, αἰτητέον παρ' αὐτῶν
αἰτητέον, vb. d’αἰτέω, Xén. Hipp. 5, 11.
αἰτητέον
verb. adj. of αἰτέω
- one must ask, Xen.