About Report a problem

Menu

αἰτιολογισμός

αἰτιολογισμός -οῦ, ὁ

explicación, justificación ὥρα τοιγαροῦν τούτων τὸν αἰτιολογισμὸν ὑποσχεῖν Eus.PE 1.5.11.

Saved

Recent