διάλιθος
διάλιθος, set with precious stones
- set with precious stones, IG 2.652B13, Men. 503, Epit. 169, OGI 56.59 (iii B.C.), LXX To. 10.7, Aristeas 62; ὅρμος ῥόδων δ. IG 1(2).289; κόσμος Str. 15.1.54; στέφανος D.C. 44.6.
incrustado con piedras preciosas, con pedrería
hόρμος
χρυσία σύμμεικτα
στέφανος χρυσς
κόσμος
ἐπιχύσεις
δακτύλιος ... χρυσένδετος
σφραγίδια
ἀμφ[ιδεΐ]δια
ἁλύσια
ἱερὸν ἄγαλμα χρυσοῦν
μηνίσκος
πλόκιον χρυσοῦν
ᾠοθεσία
en el adorno de una cornisaθρόνος
κλίνη
ψυκτήρ
κίονες
• subst. τὸ δ. un tipo de adorno femenino con pedrería,
διόπας, διάλιθον, πλάστρα
τουτὶ δὲ διάλιθόν τι
esto es una cosa de pedrería