διάγγελμα
διάγγελμα, a message, notice
διάγγ-ελμα, ατος, τό,
- a message, notice, LXX 3 Ki. 4.20(7).
orden, mandato
πάντα τά διαγγέλματα ἐπὶ τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως
τί γὰρ ἂν διαφέροι καπνῳδίας τὸ σὸν διάγγελμα;
• quizá precepto
τὰ προφητικὰ διαγγέλματα
διάγγελμα, ατος (τὸ) message, ordre, Spt. 3 Reg. 4, 27.
Étym. διαγγέλλω.
διάγγελμα, τό, die durch einen Boten gemeldete Nachricht, LXX.