διαγγελία
διαγγελία, notification
διαγγ-ελία, ἡ,
- notification, J. BJ 3.8.5.
divulgación, notificación
εἰ προαποθάνοι τῆς διαγγελίας
• en lit. crist. predicación
τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ
διαγγελία, ας (ἡ) divulgation, révélation, Jos. B.J. 3, 8, 5.
Étym. διαγγέλλω.
διαγγελία, ἡ, Meldung durch einen Boten, Jos.