διακίνησις
διακίνησις, slight movement
διακῑν-ησις, εως, ἡ,
- slight movement, Gal. 18(1).742.
1 movimiento ligero
τὴν ἐπὶ βραχὺ γιγνομένην διακίνησιν
2 paseo, acción de pasear
περίπατοι· τόποι διακινήσεων
διακίνησις, εως (ἡ) [κῑ] c. le préc. Gal. 12, 456.
διακίνησις, ἡ, ein leichtes Ausweichen der Knochen, Galen.