διακεχωρισμένως
διακεχωρισμένως, distinctly
διακεχωρισμένως, Adv., (διαχωρίζω)
- distinctly, Suid. s.v. διακεκριμένως, Sch. Opp. H. 1.498.
adv. sobre el part. perf. pas. de πρώην δ. ἐχόρευον ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες
glos. a διακεκριμένως
glos. a διακριδόν
δ.·
separatim
διακεχωρισμένως, getrennt, Schol. Opp. H. 1.502 ; Suid.