About Report a problem

Menu

διακεχωρισμένως

διακεχωρισμένως, distinctly

διακεχωρισμένως, Adv., (διαχωρίζω)
  • distinctly, Suid. s.v. διακεκριμένως, Sch. Opp. H. 1.498.

Saved

Recent