διακινδυνευτέον
διακινδυνευτέον, one must risk
διακινδῡν-ευτέον,
- one must risk, τὸ φάναι Pl. Ti. 72d: abs. in pl., ἐδόκει -ευτέα εἶναι Arr. An. 1.1.8.
hay que arriesgarse
τὸ φάναι
• tb. en plu.
ἐδόκει διακινδυνευτέα
διακινδυνευτέον [ῡ] Plat. Tim. 72d, et διακινδυνευτέα, Arr. An. 1, 1, vb. du suiv.