διακηρύσσω
διακηρύσσω, to proclaim by herald
- proclaim by herald, ἐν διακεκηρυγμένοις in declared war, Plu. Arat. 10: metaph., ἀσεβὲς εἶναι . . Phld. Herc. 862.12.
- 2 Med., = διακηρυκεύομαι, D.S. 18.7.
- 3 sell by auction, τὴν οἰκίαν Philostr. VS 2.21.1 (Pass.); τὴν οὐσίαν Plu. Cic. 33.
- 4 celebrate, ἡ παροιμία δ. τινά Iamb. VP 6.30.
1 proclamar
δ[ι]εκήρυξεν ἀσεβὲς εἶναι τὸ ποιεῖν ἄλλως
τὸ εὐαγγελικὸν ... κήρυγμα
τὸν ἀρχιερέα
διακηρύσσοντες
mediante proclamaciones
• declarar en v. pas.
πρὸς τοῖς κακοῖς ἀδρανῆ καὶ ἄτολμον καὶ πανοῦργον τὸν πάσχοντα διακηρύσσεσθαι
• τὰ διακεκηρυγμένα los hechos de dominio público
ἐν τοῖς ὑπαίθροις καὶ διακεκηρυγμένοις
2 vender en subasta pública
τὴν ... οὐσίαν
τῆς οἰκίας διακηρυττομένης
3 celebrar
ἡ παροιμία τὸν ἐκ Σάμου κομήτην ἐπὶ τῷ σεμνοτάτῳ διακηρύττει
4 en v. med. enviar un heraldo
ὁ δὲ Πείθων νικήσας τῇ μάχῃ διεκηρύξατο πρὸς τοὺς ἡττημένους
- 1to proclaim by herald, ἐν διακεκηρυγμένοις in declared war, Plut.
- 2to sell by auction, Plut.