About Report a problem

Menu

διακλείω

διακλείω, shut out

δια-κλείω,
  • shut out or off, χορηγίας τινί Plb. 1.82.13; τινὰ ἀπὸ τῆς χώρας ib. 73.6; τινὰ τῆς εἰσόδου D.H. 11.14: c. inf., διεκλείσθη συμμετασχεῖν J. BJ 1.19.1.
    • II close, τὸ στόμα τοῦ Πόντου App. Mith. 12.

Saved

Recent