διακλάω
διακλάω, to break in twain
- break in twain, τόξα . . χερσὶ διακλάσσας (Ep. for -κλάσας) Il. 5.216.
- II Pass., = διαθρύπτομαι, διακλᾶσθαι Ἰωνικῶς practise soft Ionian airs, cj. in Ar. Th. 163; διακεκλασμένος enervated, Luc. Demon. 18; δ. ὄμμα prob. in Zeno Stoic. 1.58; διακλώμενοι ῥυθμοί, opp. ἀνδρώδεις, D.H. Dem. 43, cf. Comp. 17.
I tr.
1 partir en dos, partir
τόξα ... χερσὶ διακλάσσας
(ἄρτον)
ἄρτους διακλᾶν
οἱ διακλώμενοι τῶν ἄρτων
• fig.,
τὴν αὐστηρὰν ἐκλύει ψυχὴν καὶ διακλᾷ καὶ διαχεῖ
2 refractar en v. pas.
διακλωμένας ... ἀκτίνας
II en v. med.-pas.
1 hacerse blando, muelle, flojo
ὄμμα διακεκλασμένον
ἀνὴρ διακλώμενος
afeminado
2 romperse
διακλώμενοι ῥυθμοί
[δια- 5.]
Aor. pple. διακλάσσας.
To break in two: τόξα Il. 5.216.
- Ito break in twain, Il.
- IIin Pass., = διαθρύπτομαι: perf. pass. διακεκλασμένος enervated, Luc.