διαμάχησις
διαμάχησις, struggle
διαμᾰχ-ησις, εως, ἡ,
- struggle, Gal. 9.921 (ap. Aët. 5.24).
combate, acción de combatir o reducir una enfermedad
οὐ γὰρ ἐπεγείρεται εἰς διαμάχησιν τοῦ νοσήματος ἡ τοιαύτη δύναμις