διαμαχέω
διαμᾰχ-έω,
- = διαμάχομαι, πρὸς τὴν ἀνάγκην J. BJ 6.9.4.
luchar, combatir en v. med., c. dat.
σφίσι πρῶτα διαμαχήσονται
combatirán primero contra ellos
• c. περί y gen. combatir por
ἐν τῇ πόλει διαμαχεῖσθαι περὶ αὐτῆς
combatir en la ciudad por la propia ciudad
• fig.
ἀτμὶς πυρὸς ... ἐν θέρμῃ καμίνου διαμαχήσεται
el aliento del fuego combatirá a cual más con el calor de la fraguaπολλὰ διαμαχήσας πρὸς τὴν ἀνάγκην
ταῖς τοιαύταις ἐπιθυμίαις
διαμαχέω-ῶ [μᾰ] (seul. part. ao. -ήσας) c. διαμάχομαι, Jos. B.J. 6, 9, 4.
διαμαχέω, = διαμάχομαι, Jos.