διαπτοιέω
διαπτοιέω, startle and scatter
διαπτοιέω, v. διαπτοέω.
διαπτοιέω, p. = διαπτοέω.
διαπτοιέω
[δια- 10.]
To terrify, scare Od. 18.340.
διαπτοιέω : startle and scatter, Od. 18.340†.
διαπτοιέω, startle and scatter
[δια- 10.]
To terrify, scare Od. 18.340.