διαπτοέω
διαπτοέω, to scare away, startle and strike with panic, fear
- scare away, startle and scatter, ἐπέεσσι διεπτοίησε γυναῖκας Od. 18.340; strike with panic, στρατὸν . . φόβος διεπτόησε E. Ba. 304; with personal subject, Plu. Cleom. 5; τοὺς ἀντιπάλους Them. Or. 21.257b:—Pass., to be panic-stricken, δείσαντες διεπτοήθημεν Pl. R. 336b, cf. Plu. Caes. 10, etc.; of horses, Plb. 3.51.5.
- II in Pass., = πτοέω II, διεπτόηντο ταῖς ὁρμαῖς πρὸς τὸς Τίτον Plu. Flam. 5.
1 ahuyentar, espantar c. ac.
ἐπέεσσι διεπτοίησε γυναῖκας
στρατὸν ... φόβος διεπτόησε
el terror puso en fuga al ejércitoτοὺς μὲν πεδίον δὲ διεπτοίησε φέβεσθαι
τὸ στράτευμα
αὐτούς
τοὺς ἀντιπάλους
2 en v. med.-pas. asustarse, sobrecogerse de pánico
δείσαντες διεπτοήθημεν
nos sobrecogimos de terror(ἵπποι) ὁπότε διαπτοηθεῖεν ἐκ τῆς πληγῆς
τῶν δὲ γυναικῶν διαπτοηθεισῶν
ἐξεταράχθη ... καὶ διεπτοήθη
3 excitarse, agitarse
διεπτόηντο ταῖς ὁρμαῖς πρὸς τὸν Τίτον
- to scare away, startle and strike with panic, fear, Od., Eur.