διαχωρίζω
διαχωρίζω, to separate
- separate, X. Oec. 9.7; τι ἀπό τινος Pl. Plt. 262b; τι καί τι Epicr. 11.14:—Med., Ar. Th. 14:—Pass., Pl. Ti. 59c, Phlb. 17a; γυνὴ -χωρισθεῖσα divorced, J. AJ 15.7.10.
I tr.
1 separar
ταῦτα πάντα διεχωρίσαμεν, οἷς τε ἀεὶ δεῖ χρῆσθαι καὶ τὰ θοινητικά
pusimos por separado todo eso, lo que se utiliza a diario y lo de fiestaδ. τὰς χώρας
demarcar los territoriosκαθ' ἓν ἕκαστον
φίλους
τοῦτο ... τὸ ἡγεμονικὸν διακεχώρικεν
• c. giro prep.
ἀπὸ τῶν ἄλλων ... τὸ ζητούμενον
αὐτὴν (τὴν ἄκραν) τῆς πόλεως
τὰ βάρος ἔχοντα τῶν κούφων διεχώρισε
κατὰ γένη διαχωρισθέντα ἕκαστα
2 clasificar
ζῴων τε βίον δένδρων τε φύσιν λαχάνων τε γένη
• en v. pas.
πλεῖστα ... σκεύη ἐν σμικροτάτῳ ἀγγείῳ διακεχωρισμένα
muchísimos aparejos (de un barco) clasificados en un receptáculo pequeñísimo
3 dividir
ἡ δυὰς διεχώρισεν αὑτὴν ἐκ τῆς μονάδος
τὸν ἕνα θεὸν ... τῷ λόγῳ
ἡ διαχωρίζουσα γραμμή
4 fig. distinguir, diferenciar
δίκαιον θεὸν ἀπὸ ἀγαθοῦ
ἄρτον ἄρτου
II intr. gener. en v. med.-pas.
1 separarse, disociarse
ἀπ' ἀλλήλων
• de pers. separarse, apartarse Plb.18.19.12, 21.30.13, PTeb.802.13 (II a.C.), LXX Ge.13.14,
ἵνα ... ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν διαχωρίζηται πατρίδα
para que se marchara cada uno a su propia patria
• separarse, divorciarse
γυνὴ ... διαχωρισθεῖσα
2 en mitos creacionales separarse, producirse o proceder por separación
αἰθὴρ ... ὅτε ... διεχωρίζετο
cuando se separó el Éter (como elemento definido)διακεχώρισται ... ἀπ' ἀλλήλων ἥ τε γῆ καὶ τὸ ὕδωρ
(οὐδὲ μιᾶς ἐνεργείας) τὸ ἅγιον πνεῦμα διακεχώρισται
• en v. act.
ἀνὰ μέσον τῆς ἡμέρας καὶ ἀνὰ μέσον τῆς νυκτός
ἀνὰ μέσον ὕδατος καὶ ὕδατος
3 perf. haber diferencia, ser diferente
οἷς διακεχώρισται τό τε διαλεκτικῶς ... καὶ τὸ ἐριστικῶς ... ποιεῖσθαι ... τοὺς λόγους
4 disiparse
ἥ τε ὀδύνη
- to separate, Xen.