διαχωρισμός
διαχωρισμός, separation
διαχωρ-ισμός, ὁ,
- = διαχώρισις, J. AJ 6.11.10, Gal. 1.249.
separación
τῆς ἐρωμένης
ὁ θάνατος ... δ. ψυχῆς ἀπὸ σώματος
τοῦ φωτὸς καὶ τοῦ σκότους
ἡ δυὰς ὑπεισελθοῦσα διαχωρισμὸν δηλοῖ
• dud., quizá separación, divorcio
glos. a δίεσις
διαχωρισμός, οῦ (ὁ) séparation, Plut. M. 910a ; Jos. A.J. 6, 11, 10.
Étym. διαχωρίζω.
διαχωρισμός, ὁ, die Trennung, Jos.