διαχωριστικός
separador
τὸ πνεῦμα διαχωριστικὴν ἔχει δύναμιν
op. ἑνωτικός
τὰ διαχωριστικὰ τῶν στημόνων πλέγματα
διαχωριστικός, ή, όν, trennend, Sp.
separador
τὸ πνεῦμα διαχωριστικὴν ἔχει δύναμιν
op. ἑνωτικός
τὰ διαχωριστικὰ τῶν στημόνων πλέγματα