δύσγνωστος
δύσγνωστος, hard to understand
- hard to understand, Pl. Alc. 2.147c.
- 2 hard to recognize, τισί Plb. 3.78.4: Sup., Aen. Tact. 25.2.
I
1 difícil de entender o comprender
δεινὰ καὶ δύσγνωστα βουλεύει θεός
τὸ χρῆμα
τὰ γὰρ οὕτω λεγόμενα
ἡ ἡμετέρα πραγματεία
τοῦτο
(ἦθος) ἄδηλον καὶ δύσγνωστον
(ἡ Σφίγξ) δύσγνωστα μαντευομένη
• c. dat.
ἔπη ... δύσγνωστα ... σοφῷ
(τὰ μυστήρια) δύσγνωστα ... αὐτοῖς
2 difícil de reconocer o distinguir c. dat.
τοῖς ... ἰδοῦσι δ. ἦν
παρασυνθήματα ... δύσγνωστα τοῖς πολεμίοις
αἱ ... προσηγορίαι
μυελός
τὰ δὲ περὶ τὸ μέγεθος ... ἐσφαλμένα
glos. a δύσκριτος
II adv. -ως de forma difícil de reconocer Nil.M.79.409D.