δυσμίσητος
δυσμίσητος, much hated
δυσ-μίσητος [ῑ], ον,
- much hated, Lyc. 841.
muy odiado, detestado
φάλαινα
δυσ·μίσητος, ος, ον [ῑ] tout à fait odieux, Lyc. 841.
Étym. δ. μισέω.
δυσμίσητος, sehr gehaßt, Lycophr. 841.