δυσμήνιτος
δυσμήνιτος, visited by heavy wrath
δυσ-μήνῑτος, ον,
- = foreg., δένδρεα AP 7.141 (Antiphil.); ψυχαί Ptol. Tetr. 159 (-ίτας).
irritado, furioso fig.
δένδρεα
δυσ·μήνιτος, ος, ον [ῑ] c. les préc. Anth. 7, 141.
δυσμήνιτος, [ῑ], δένδρεα Antiphil. 37 (VII.141), sehr verhaßt.
δυσμήνιτος
δυσ-μήνῑτος, ον
μηνίω
- visited by heavy wrath, Anth.