δυσμορία
δυσμορία, a hard fate
δυσ-μορία, ἡ,
- a hard fate, AP 9.351 (Leon.).
destino cruel, infortunio
Ἀστυανακτείης ἤρχετο δυσμορίης
δυσμορία, ας (ἡ) infortune, Anth. 9, 351.
Étym. δύσμορος.
δυσμορία, ἡ, Unglück, Leon.Alex. 29 (IX.551).
δυσμορία, ἡ,
- a hard fate, Anth. from δύσμορος