δυσμικός
δυσμικός, western
δυσμικός, ή, όν, (δυσμή)
- = δυτικός, western, Str. 2.5.11, Hld. 8.15: Comp., Str. 2.1.34, Ptol. Alm. 2.13, Theo Sm. p.137 H.: Sup., Str. 2.1.32, Ptol. Geog. 2.3.18.
occidental
τὰ δυσμικὰ μέρη
πλευρά
παράπλους
τόπος
στοά
τὸ δυσμικώτατον σημεῖον
el punto más occidentalἀπὸ τῶν δυσμικωτέρων
desde el oesteὁ δ(ιὰ) Ῥώμης μεσημβρινὸς δυσμικώτερός ἐστι τοῦ δ(ι') Ἀλεξανδρείας μεσημβρινοῦ
δυσμικός, ή, όν, occidental, Str. 822, 830 ; Hld. 8, 15 ||
Sup. -ώτατος, Str. 85.
Étym. δυσμή.
δυσμικός, abendlich, westlich ; Strab. II p. 85 u. öfter ; Heliod. 8.15.