δυσόρφναιος
δυσόρφναιος, dusky
δῠσ-όρφναιος, α, ον,
- dusky, τρύχη E. Ph. 325 (lyr.).
oscuro, tenebroso
τρύχη
δυσ·όρφναιος, α, ον [ῠ] ténébreux et effrayant, Eur. Ph. 325.
Étym. δ. ὄρφνη.
δυσόρφναιος, sehr finster, Eur. Phoen. 325.
δυσόρφναιος
δυσ-όρφναιος, α, ον
ὄρφνη
- dusky, Eur.