δυσποτμέω
δυσποτμέω, despair of oneself
δυσποτμ-έω,
- despair of oneself, ἐν ἀρρωστίαις Plb. 33.17.1.
desesperar del destino, abatirse
τοῖς ἐν ταῖς πολυχρονίοις ἀρρωστίαις δυσποτμοῦσι
δυσποτμέω-ῶ (prés. -οῦσι) être malheureux, Pol. Fr. gr. 41 ; DS. Exc. Vat. 99, 26.
Étym. δύσποτμος.
δυσποτμέω, unglücklich sein, Suid. aus Pol.