δυσπραξία
δυσπραξία, ill success, ill luck
- ill success, ill luck, A. Pr. 966, S. OC 1399, And. 2.5, Men. 707: pl., A. Eu. 769, S. Aj. 759, Isoc. 6.102.
desgracia, mala suerte, infortunio
τῆς σῆς λατρείας τὴν ἐμὴν δυσπραξίαν ... οὐκ ἂν ἀλλάξαιμ' ἐγώ
οἴμοι ... τῆς ... ἐμῆς δυσπραξίας
ἡ λίαν δ. λίαν διδοῦσα μεταβολάς
un infortunio excesivo produce grandes cambiosπράσσων καλῶς μεμνήσω τῆς δυσπραξίας
ἀνὴρ ... δυσπραξίᾳ ληφθείς
un hombre caído en desgraciaδ. τῶν κατὰ τὴν οἰκίαν
ἐχθροὶ δὲ πάντες δυσπραξίᾳ ἀμείλικτοι
• en plu.
ἀμήχανοι δυσπραξίαι
infortunios irremediablesop. εὐτυχίαι
op. εὐπραξίαι
αἱ ἐν ἔρωτι δυσπραξίαι
• en cont. milit., equiv. derrota
διὰ τὰς δυσπραξίας οἱ στρατιῶται περιδεεῖς γεγονότες
- ill success, ill luck, Aesch., Soph.